Τι είναι η φλεγμονή;

Η οξεία φλεγμονή είναι μια φυσιολογική διαδικασία του οργανισμού που βοηθά το σώμα να θεραπευτεί. Ουσιαστικά, αποτελεί μια προστατευτική απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος που εργάζεται προκειμένου να καταπολεμήσει τη μόλυνση από μικρόβια, αλλεργιογόνα ή τοξίνες, την ασθένεια, και το τραύμα. Μορφολογικά, η φλεγμονή παρουσιάζει μια κλινική εικόνα πόνου, ερυθρότητας, οιδήματος και θερμότητας. Όταν επιβλαβείς παράγοντες πρόκλησης φλεγμονής επιμένουν, ή όταν η φυσιολογική διαδικασία επούλωσης διαταράσσεται, τότε η ωφέλιμη φλεγμονή μετατρέπεται σε χρόνια επιζήμια διαδικασία.

Η έρευνα για την αναζήτηση βιοδεικτών χρόνιας φλεγμονής που αποσκοπούν στην πρόβλεψη και πρόληψη ασθενειών συνεχίζεται. Υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αναπτυχθούν τυποποιημένα πρωτόκολλα μέτρησης των δεικτών αυτών για τις χρόνιες νόσους. Όσον αφορά στην ανάπτυξη ομάδας φλεγμονωδών βιοδεικτών, η επιστημονική κοινότητα συγκλίνει προς το παρόν στην μέτρηση των φλεγμονωδών παραγόντων IL-6, TNF και CRP, ενώ προτείνει και μοριακά σήματα  που συνδέονται με μεταλλάξεις DNA, επιγενετικές τροποποιήσεις, ενεργοποίηση μονοπατιών γήρανσης και διεργασίες ενζυμικής δραστηριότητας. Οι μοριακοί και λειτουργικοί αυτοί φλεγμονώδεις βιοδείκτες συλλέγονται από βιολογικά υγρά.

Πώς συνδέεται η φλεγμονή με την υγεία;

Σύγχρονη επιστημονική έρευνα έχει συσχετίσει την χρόνια φλεγμονή με αυξημένο κίνδυνο για χρόνια νοσήματα, όπως η καρδιαγγειακή νόσος, ο διαβήτης τύπου 2, η χρόνια νεφρική νόσος, η νόσος Alzheimer, ο καρκίνος και η παχυσαρκία. Επίσης φαίνεται ότι η παχυσαρκία συγκεκριμένα, διαιωνίζει τη χρόνια φλεγμονή, καθώς ο λιπώδης ιστός παράγει φλεγμονώδη μόρια (+) και η φλεγμονή αυτή βλάπτει το κυτταρικό DNA.

Σε κλινικό επίπεδο, στα χρόνια αυτά νοσήματα παρατηρούνται αυξημένα τα επίπεδα διαφόρων προ-φλεγμονωδών κυτοκινών, όπως του παράγοντα νέκρωσης όγκων-α (TNF-a), των ιντερλευκινών 1 και 6 (IL-1 και IL-6), του NF-κΒ και της C- αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP).

Πώς επάγεται η φλεγμονή;

Η φλεγμονή διαιρείται σε δυο φάσεις. Όταν οι φάσεις έναρξης και διαχείρισης της φλεγμονής από τον οργανισμό τεθούν υπό έλεγχο, τότε επέρχεται η ομοιόσταση, ενώ αν δεν συμβεί αυτό, τότε επάγεται χρόνια χαμηλής έντασης κυτταρική φλεγμονή.

Ο ίδιος ο τρόπος ζωής μας προωθεί τη φλεγμονώδη διαδικασία. Η αυξημένη κατανάλωση ζάχαρης και σιροπιού υψηλής φρουκτόζης, η αυξημένη κατανάλωση θερμίδων, οι ορμόνες που παράγονται από το αραχιδονικό οξύ, τα κορεσμένα λιπαρά οξέα, οι φλεγμονώδεις κυτοκίνες που παράγονται από κοντινά κύτταρα και τα τελικά προϊόντα προηγμένης γλυκοζυλίωσης.

Τροφή και φλεγμονή

Αναφορικά με τη σχέση της τροφής και της φλεγμονής, πολλές αντιφλεγμονώδεις δίαιτες έχουν προταθεί και προωθούνται μέσω διαδικτύου, εντούτοις η επιστημονική κοινότητα ακόμη διερευνά το πώς η τροφή μας επιδρά ακριβώς στη φλεγμονή. Προκειμένου να μειωθεί η φλεγμονή φαίνεται ότι χρειάζεται μια μείωση στα τρόφιμα που περιέχουν προ-φλεγμονώδη συστατικά και μια αύξηση στα τρόφιμα με αντιφλεγμονώδη συστατικά. Συνολικά όμως μια διατροφή πλούσια σε ποικιλία θρεπτικών τροφίμων, φαίνεται να βοηθά στη μείωση της χρόνιας φλεγμονής, βελτιώνοντας τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Ειδικότερα, τα συστατικά της τροφής μας με φλεγμονώδη δράση είναι το πολυακόρεστο ωμέγα-6 αραχιδονικό οξύ (με πρόδρομο το λινολεϊκό οξύ), που οδηγεί στο σχηματισμό προφλεγμονωδών παραγόντων. Αυτό επηρεάζεται επίσης και από την αύξηση της ινσουλίνης μέσα στο γεύμα, άρα από την περιεκτικότητά του σε επεξεργασμένους και απλούς υδατάνθρακες. Από την άλλα μεριά, όταν το περιεχόμενο υδατανθράκων στη δίαιτα είναι πολύ χαμηλό συνολικά, τότε ο οργανισμός οδηγείται σε κέτωση, με αντίστοιχη αύξηση της ορμόνης του στρες κορτιζόλης. Τέλος, τα κορεσμένα λιπαρά οξέα ενεργοποιούν γνωστούς παράγοντες φλεγμονής.

Αντιθέτως, τα πολυακόρεστα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα EPA και DHA συντελούν στην αντιφλεγμονώδη διαδικασία. Ομοίως και οι πολυφαινόλες από τα φρούτα και τα λαχανικά. Τέλος, αντιφλεγμονώδη δράση έχουν και τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα (π.χ. το ολεϊκό οξύ). Τα σχήματα διατροφής που έχουν μελετηθεί αρκετά στη βιβλιογραφία ως προς την αντιφλεγμονώδη δράση τους με θετικά ευρήματα, είναι η Μεσογειακή δίαιτα και η δίαιτα της Οκινάουας.

thought-catalog-EMX1eJ1BcgU-unsplash

Ποια είναι τα οφέλη μιας αντιφλεγμονώδους δίαιτας;

Τα οφέλη μιας αντιφλεγμονώδους δίαιτας είναι:

  • Η μείωση των συμπτωμάτων της αρθρίτιδας, του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου, του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου και άλλων αυτό-άνοσων νοσημάτων.
  • Η μείωση του κινδύνου για χρόνια νοσήματα.
  • Βελτίωση των φλεγμονωδών δεικτών του αίματος (CRP, IL-6, TNF-a, ομοκυστεΐνη).
  • Ρύθμιση της ευγλυκαιμίας, των επίπεδων χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων στο αίμα.
  • Βελτίωση της διάθεσης και της ενέργειας.

Ποια είναι η διαιτητική προσέγγιση για μείωση της φλεγμονής;

Η βάση της διατροφής προτείνεται να είναι το παραδοσιακό μοντέλο της ισορροπημένης μεσογειακής διατροφής, με έμφαση στα εξής:

  • Εφαρμογή μιας διατροφής πλούσιας σε μονοακόρεστα λιπαρά που προσλαμβάνονται από το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, τον ηλιόσπορο, την ελαιοκράμβη, το λάδι κανόλα και το αβοκάντο.
  • Απαραίτητα είναι τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα που προσλαμβάνονται από τα λιπαρά ψάρια (σολομός, τόνος, σαρδέλες, αντζούγιες), το λιναρόσπορο και τους σπόρους chia.
  • Κατανάλωση σε εβδομαδιαία βάση ξηρών καρπών, άψητων και ανάλατων, όπως τα καρύδια, τα φιστίκια, τα αμύγδαλα, το κουκουνάρι.
  • Έμφαση στην καθημερινή κατανάλωση τροφίμων με ολικής άλεσης σπόρους, στο καστανό ρύζι και την κινόα.
  • Συχνή κατανάλωση οσπρίων, όπως τα φασόλια, τα ρεβίθια, η φακή.
  • Πολύχρωμα φρούτα και λαχανικά καθημερινά, τα οποία περιέχουν φυτοχημικά συστατικά που αντιμάχονται τη φλεγμονή. Ανάμεσα σε αυτά είναι τα μούρα, τα κεράσια, τα σταφύλια, τα μύρτιλλα, οι φράουλες, τα cranberries, τα κεράσια, το μπρόκολο, το σπανάκι, η λαχανίδα, το κουνουπίδι, τα καρότα.
  • Κατανάλωση άπαχων πρωτεϊνούχων, κατά βάση ψάρια και πουλερικά. Τα ψάρια μπορούν να καταναλώνονται και έως 3 φορές την εβδομάδα.
  • Η κατανάλωση πρωτεϊνούχων τροφίμων ωστόσο θα πρέπει να γίνεται με μέτρο.
  • Τα γαλακτοκομικά να είναι άπαχα ή ημίπαχα και να αποφεύγονται σε περιπτώσεις ενόχλησης, φουσκώματος ή πόνου, κατόπιν συμβουλής ειδικού.
  • Η σκούρα σοκολάτα (>70% κακάο), το κόκκινο κρασί, το πράσινο τσάι, ο κουρκουμάς και το τζίντζερ θεωρείται ότι μειώνουν τη φλεγμονή, αλλά μέχρι στιγμής αρκετά από αυτά τα στοιχεία αφορούν ευρήματα ερευνών σε ζώα. Επομένως δεν μπορούμε να εξάγουμε ακόμη ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την ποσότητα και τη συχνότητα κατανάλωσης αυτών των τροφίμων.
  • Χρησιμοποίηση ποικιλίας φρέσκων βοτάνων και μπαχαρικών.

Ιδιαίτερη προσοχή να δίνεται στα εξής:

  • Μειωμένη κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών οξέων από τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης.
  • Αποφυγή κατανάλωσης επεξεργασμένων τροφίμων, τροφίμων με trans λιπαρά οξέα, με επεξεργασμένο σογιέλαιο ή καλαμποκέλαιο.
  • Μειωμένη κατανάλωση ζάχαρης και έτοιμων γλυκών όπως τα διάφορα αρτοσκευάσματα, κέικ, κρουασάν, κουλουράκια, γλυκά, αναψυκτικά και φρουτοχυμοί.
  • Μειωμένη κατανάλωση αλατιού.
  • Βελτίωση της διάθεσης και της ενέργειας.
  • Να αποκλείονται από τη διατροφή τα επεξεργασμένα κρέατα και αλλαντικά.

Αλλαγή του τρόπου ζωής

Παράλληλα με τη διαιτητική προσέγγιση, είναι υψίστης σημασίας ένας καλός και επαρκής ύπνος, εφόσον τόσο η ποσότητα όσο και η ποιότητα του ύπνου επηρεάζουν άμεσα τη φλεγμονή. Επιπλέον, συστήνεται η τακτική άσκηση, καθώς 30 έως 60 λεπτά μέτριας έντασης φυσική δραστηριότητα για τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας φαίνεται να έχουν αντιφλεγμονώδη οφέλη. Τέλος, η διατήρηση ενός ισορροπημένου σωματικού βάρους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μείωση σε προβλήματα υγείας, αφού το υπερβάλλον σωματικό λίπος συμβάλλει στη φλεγμονώδη διαδικασία.

Σημείωση: Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει το περιεχόμενο ενός άρθρου να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της άμεσης ιατρικής συμβουλής από το γιατρό σας ή εξειδικευμένο κλινικό διαιτολόγο.

Βιβλιογραφία
Manabe, I. (2011). Chronic Inflammation Links Cardiovascular, Metabolic and Renal Diseases. Circulation Journal, 75(12), 2739–2748. 
Liu, C. H., Abrams, N. D., Carrick, D. M., Chander, P., Dwyer, J., Hamlet, M. R. J., Vedamony, M. M., et al., (2017). Biomarkers of chronic inflammation in disease development and prevention: challenges and opportunities. Nature Immunology, 18(11), 1175–1180. 
Pearson, T. A., Mensah, G. A., Alexander, R. W., Anderson, J. L., Cannon, R. O., Criqui, M., Fadl, Y. Y., Fortmann, S. P., Hong, Y. et al, Centers for Disease Control and Prevention, & American Heart Association (2003). Markers of inflammation and cardiovascular disease: application to clinical and public health practice: A statement for healthcare professionals from the Centers for Disease Control and Prevention and the American Heart Association. Circulation, 107(3), 499–511.
 Singh, N., Baby, D., Rajguru, J. P., Patil, P. B., Thakkannavar, S. S., & Pujari, V. B. (2019). Inflammation and cancer. Annals of African medicine, 18(3), 121–126. 
Georgousopoulou, E. N., Kouli, G. M., Panagiotakos, D. B., Kalogeropoulou, A., Zana, A., Chrysohoou, C., Tsigos, C., Tousoulis, D., Stefanadis, C., & Pitsavos, C. (2016). Anti-inflammatory diet and 10-year (2002-2012) cardiovascular disease incidence: The ATTICA study. International journal of cardiology, 222, 473–478. 
Ricker, M. A., & Haas, W. C. (2017). Anti-Inflammatory Diet in Clinical Practice: A Review. Nutrition in clinical practice: official publication of the American Society for Parenteral and Enteral Nutrition, 32(3), 318–325.
 Stromsnes, K., Correas, A. G., Lehmann, J., Gambini, J., & Olaso-Gonzalez, G. (2021). Anti-Inflammatory Properties of Diet: Role in Healthy Aging. Biomedicines, 9(8), 922.